αδιάφθορη χαμογελούσε
κι είχε τα δυο της μαύρα μάτια σκαλωμένα
στα πόδια των περαστικών
που δρόμο ανοίγαν μες στο πλήθος κι όλο έφευγαν.
αγκάλιαζε τη γάμπα του σφιχτά,
στο στόμα της ρουφούσε σιγανά
το γλειφιτζούρι.
εκείνος έσκυβε συχνά,
κάτι της έλεγε.
τον άκουγε προσεκτικά,
το βλέμμα της κατέβαζε απαλά
κι έμοιαζε σίγουρη.
στη στάση την επόμενη τους έχασα.
κατέβηκαν, θαρρώ,
σε Νέο Κόσμο.