Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

ημέρα 90η

αδιάφθορη χαμογελούσε
κι είχε τα δυο της μαύρα μάτια σκαλωμένα
στα πόδια των περαστικών
που δρόμο ανοίγαν μες στο πλήθος κι όλο έφευγαν.
αγκάλιαζε τη γάμπα του σφιχτά,
στο στόμα της ρουφούσε σιγανά
το γλειφιτζούρι.
εκείνος έσκυβε συχνά,
κάτι της έλεγε.
τον άκουγε προσεκτικά,
το βλέμμα της κατέβαζε απαλά
κι έμοιαζε σίγουρη.
στη στάση την επόμενη τους έχασα.
κατέβηκαν, θαρρώ,
σε Νέο Κόσμο.