θερμή λανθάνουσα
(στον Πέρη, εκεί στους ουρανούς που σεργιανίζει τραγουδώντας)
μπήκα στο δωμάτιό σου κι ένιωσα τη ζέστη να με χτυπά στο πρόσωπο.
έβγαινε απ΄ τις αφίσες, το χαλί στον τοίχο, τη μεγάλη ξύλινη ρόδα,
το ντιβάνι και το στρώμα που κοιμάται.
μου χαμογέλασες
κι εγώ κατάλαβα τι έχανα
κι εγώ ανακάλυψα τι έφταιγε
και γέμιζε με κρύο η φωνή μου
λέγοντας τα μαθήματα μες στο δωμάτιό μου.
καθίσαμε, ξαναγελάσαμε και κοίταξα προσεκτικά τριγύρω μου
γνωρίζοντας το περιβάλλον τόσο καλά, μα τόσο καλά,
που 'νιωσα να γεννήθηκα μια νύχτα σαν αυτή,
κάτω απ' τους ήχους της ίδιας κιθάρας
σαν πρώτο μου άκουσμα μεσ' τη ζωή.
όσο γλυκά περνούσε η ώρα,
τόσο φαινόταν να μ' αγκαλιάζει θερμά και τρυφερά,
μου 'ρχότανε να τρελαθώ στο κλάμα,
χωρίς να ξέρω ούτε κι εγώ τι ήταν αυτό
που μ' έκανε να νιώθω τόσο ωραία.
με τη βία προσπαθώ να συγκρατήσω αέρα,
να τον εκπνεύσω εκεί που αισθάνθηκα το κρύο.
προσπάθησα να καταλάβω τι ήταν αυτό που έφταιγε,
τι ήταν αυτό που μ΄ έκανε τόσο να θέλω τόσο
να 'χω τη θερμή αυτή αγκαλιά και πάντοτε
ν' αγωνιώ να μην τη χάσω.
χαμογελάς..., το ίδιο κάνω κι εγώ.
η ζέστη ξεπηδά από το γέλιο σου,
θερμή και τρυφερή,
που 'νιωσα να ζεσταίνομαι συθέμελα.
κι ύστερα πήρε την κιθάρα κι άρχισε να παίζει
τη μοναξιά του σήμερα, του χτες τις αναμνήσεις...
ένιωσα πια να χάνομαι και ν΄ αφανίζομαι
πάνω στο κρεβάτι που καθόμουν και σε άκουγα
πατώντας με πόδια σταθερά πάνω στο δάπεδο,
μα τόσο μακριά απ' την ψυχή σου.
μου μίλησες, κάτι μου είπες, αλλά εγώ δεν άκουγα,
κοιμόμουνα παρμένος απ' τη μελωδία,
πνιγμένος μέσ' τη ζέστη αυτού του δωματίου,
που ΄μοιαζε βγαλμένο απ' την ψυχή μου.
σηκώθηκε όλη η παρέα για να φύγουμε.
με το άνοιγμα της πόρτας
κρύος αέρας με χαστούκισε και ξύπνησα απ' τ' όνειρο.
βγαίνοντας σου ' ριξα μια τελευταία ματιά κι είπα
σε σένα αντίο.
(Φλεβάρης 1982)