με στενεύει ετούτη η άνοιξη.
στα παπούτσια μου θαρρώ πως δε χωράω.
θα σου τα δώσω για να περπατήσουν
μακριά μου.
δεν τους κάνω.
και με τις ανάσες μου έχω πρόβλημα.
ο αέρας δεν μου φτάνει,
γίνηκε άξαφνα ελαφρύς,
θαρρώ πως βήχω.
τα μάτια μου πονάνε από το φως.
τράβηξε την κουρτίνα
και κλείσε το παράθυρο.
ν' ακούω τα πουλιά πάνω στο δέντρο
δεν μπορώ.
μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού,
δεμένος χειροπόδαρα
επάνω στο κρεβάτι,
μες στο σκοτάδι
και μέσα στη σιωπή,
η ελευθερία της
καθόλου πια δε μου ταιριάζει.
στα παπούτσια μου θαρρώ πως δε χωράω.
θα σου τα δώσω για να περπατήσουν
μακριά μου.
δεν τους κάνω.
και με τις ανάσες μου έχω πρόβλημα.
ο αέρας δεν μου φτάνει,
γίνηκε άξαφνα ελαφρύς,
θαρρώ πως βήχω.
τα μάτια μου πονάνε από το φως.
τράβηξε την κουρτίνα
και κλείσε το παράθυρο.
ν' ακούω τα πουλιά πάνω στο δέντρο
δεν μπορώ.
μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού,
δεμένος χειροπόδαρα
επάνω στο κρεβάτι,
μες στο σκοτάδι
και μέσα στη σιωπή,
η ελευθερία της
καθόλου πια δε μου ταιριάζει.