αργά μεσ' το σκοτάδι,
ένα μπαλόνι που έγινε μωβ,
έφερε έρωτα και φως
στην αγκαλιά μου.
τώρα οι λέξεις μου υγρές
γλιστράνε πάνω στα σεντόνια
κι οι ανάσες σου ζεστές
με συντροφεύουν δίχως λόγια.
παίρνεις τους πόθους, την ελπίδα
κι ένα όνειρο
και με τη γλύκα ενός κορμιού
τα ζωντανεύεις.
δεν είμαι εγώ, δεν είσαι εσύ,
δεν είν' κανείς μας,
είμαστε όλοι μιας αυγής
δειλές ακτίνες,
που βιαστικές τον ήλιο θέλουν
ν' ανατέλλουν.